Έκχυση υαλουρονικού για οστεοαρθρίτιδα

Η Oστεοαρθρίτιδα αποτελεί μια από τις συχνότερες παθήσεις, δεύτερη σε συχνότητα μετά τη στεφανιαία νόσο της καρδιάς.

Στην Oστεοαρθρίτιδα καταστρέφεται ο αρθρικός χόνδρος, ένας ελαστικός ιστός που έχει σκοπό να απορροφά τις τριβές μεταξύ των 2 οστών μιας άρθρωσης. Η φθορά αυτή του χόνδρου οδηγεί σταδιακά σε δυσλειτουργία της άρθρωσης με αποτέλεσμα πόνο, δυσκαμψία, παραμόρφωση, οίδημα και συνεπώς μειωμένη λειτουργικότητα της άρθρωσης.

Οι αρθρώσεις περιέχουν επίσης μια μικρή ποσότητα αρθρικού υγρού που λιπαίνει την άρθρωση και τρέφει τον χόνδρο.

Η αιτιολογία είναι πολυπαραγοντική με προεξέχουσα την κληρονομικότητα.

Η Oστεοαρθρίτιδα είναι μια εξελικτική επιδεινούμενη πάθηση, δηλαδή γίνεται χειρότερη με την πάροδο του χρόνου.

Στόχος του Ορθοπαιδικού είναι να εξαντλήσει όλες τις ενδεδειγμένες συντηρητικές μεθόδους αναχαίτισης της νόσου.

Σ’ αυτές τις μεθόδους προεξέχουσα θέση κατέχει και η έκχυση (ένεση) παραγώγων του Υαλουρονικού οξέως μέσα στην άρθρωση.

Το Υαλουρονικό οξύ υπάρχει στο φυσιολογικό αρθρικό υγρό αλλά στην Οστεοαρθρίτιδα η ποσότητα και η σύστασή του έχουν αλλοιωθεί.

Τα παράγωγα του Υαλουρονικού οξέως που χορηγούμε με την ένεση ενισχύουν τη σύσταση του αρθρικού υγρού, λιπαίνουν την άρθρωση, συμβάλλουν στην προστασία του χόνδρου και συνεπώς, αυξάνουν το εύρος κίνησης, μειώνουν τον πόνο και καθυστερούν την εξέλιξη της Οστεοαρθρίτιδας.

Στο εμπόριο κυκλοφορούν πλήθος σκευασμάτων που διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη σύστασή τους. Υπάρχουν σκευάσματα τριών ή πέντε εκχύσεων τα οποία γίνονται ανά εβδομάδα.

Νεώτερες μελέτες έχουν δείξει ότι χρησιμοποιώντας μία μόνο ένεση (μονοδοσική) έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σχετικά με σκευάσματα τριών ή πέντε εγχύσεων, με συγχρόνως λιγότερες παρενέργειες. Η χορήγηση μπορεί να επαναληφθεί μετά από 6 μήνες προσφέροντας πολύ ικανοποιητική ανταπόκριση.

Η διαδικασία γίνεται από εξειδικευμένο Ορθοπαιδικό υπό αποστειρωμένες συνθήκες με τη χρήση τοπικής αναισθησίας. Η χρήση τουυπέρηχου κατά την έκχυση μπορεί να βοηθήσει στην τοποθέτηση του φαρμάκου με μεγαλύτερη ακρίβεια στην περιοχή της βλάβης. Η θεραπεία είναι ανώδυνη, χωρίς επιπλοκές και έχει καλά αποτελέσματα στο 80-90% των ασθενών.